«Ο πληθωρισμός πέφτει, αλλά εγώ στο σούπερ μάρκετ πληρώνω το ίδιο ή περισσότερο». Είναι μια φράση που ακούγεται συνεχώς και μοιάζει εκ πρώτης όψεως αντιφατική. Στην πραγματικότητα όμως περιγράφει ακριβώς τη διαφορά ανάμεσα στον ρυθμό αύξησης των τιμών και στο πραγματικό επίπεδο στο οποίο έχουν ήδη φτάσει.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο εθνικός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 3,4% τον Ιούλιο του 2026.
Με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, που χρησιμοποιείται για συγκρίσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αντίστοιχος ελληνικός ρυθμός ήταν 2,7%.
Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,9%.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό:
Αφού ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει σημαντικά από προηγούμενες κορυφώσεις, γιατί ο καταναλωτής δεν βλέπει αντίστοιχη πτώση στις τιμές;
Το βασικό λάθος: πληθωρισμός δεν σημαίνει επίπεδο τιμών
Ο πληθωρισμός δεν μας λέει πόσο ακριβά είναι τα προϊόντα.
Μας λέει με ποιον ρυθμό μεταβάλλονται οι τιμές σε σχέση με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο.
Αν λοιπόν ο πληθωρισμός μειωθεί από 8% σε 3%, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές μειώθηκαν.
Σημαίνει ότι εξακολουθούν κατά μέσο όρο να αυξάνονται, αλλά με πιο αργό ρυθμό.
Ένα απλό παράδειγμα με 100 ευρώ
Ας υποθέσουμε ότι ένα καλάθι προϊόντων κόστιζε αρχικά 100 ευρώ.
Αν οι τιμές αυξηθούν κατά 10%, το κόστος του γίνεται 110 ευρώ.
Την επόμενη χρονιά ο πληθωρισμός πέφτει στο 3%.
Δεν επιστρέφουμε όμως στα 103 ευρώ.
Το 3% υπολογίζεται πάνω στη νέα υψηλότερη τιμή των 110 ευρώ.
Άρα το καλάθι φτάνει περίπου στα 113,30 ευρώ.
Ο πληθωρισμός μειώθηκε εντυπωσιακά από 10% σε 3%.
Το καλάθι όμως έγινε ακόμη ακριβότερο.
Αποκλιμάκωση δεν σημαίνει αποπληθωρισμός
Στην οικονομία υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και στον αποπληθωρισμό.
Αποκλιμάκωση σημαίνει ότι οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, αλλά πιο αργά.
Αποπληθωρισμός σημαίνει ότι το γενικό επίπεδο των τιμών μειώνεται.
Παράδειγμα:
- πληθωρισμός 8% → οι τιμές αυξάνονται γρήγορα,
- πληθωρισμός 3% → οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται, αλλά πιο αργά,
- πληθωρισμός 0% → το γενικό επίπεδο τιμών παραμένει περίπου σταθερό,
- πληθωρισμός -2% → το γενικό επίπεδο τιμών μειώνεται.
Επομένως, όταν ακούμε ότι «ο πληθωρισμός έπεσε», δεν πρέπει αυτομάτως να περιμένουμε πτώση στις τιμές.
Τι δείχνουν τα τελευταία στοιχεία στην Ελλάδα;
Η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε για τον Ιούλιο του 2026 ετήσιο πληθωρισμό 3,4% με βάση τον εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Ο αριθμός αυτός δείχνει ότι κατά μέσο όρο το επίπεδο τιμών ήταν υψηλότερο από τον Ιούλιο του προηγούμενου έτους.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι κάθε προϊόν αυξήθηκε κατά 3,4%.
Κάποια προϊόντα μπορεί να έχουν ακριβύνει πολύ περισσότερο, άλλα λιγότερο και ορισμένα να έχουν γίνει φθηνότερα.
Γιατί η Eurostat δίνει διαφορετικό αριθμό;
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός της Ελλάδας τον Ιούλιο ήταν 2,7%.
Ο αριθμός αυτός διαφέρει από το 3,4% του εθνικού δείκτη.
Δεν πρόκειται για λάθος.
Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή και ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή χρησιμοποιούν διαφορετική μεθοδολογία και στάθμιση.
Ο εναρμονισμένος δείκτης έχει σχεδιαστεί ώστε όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μπορούν να συγκρίνονται με κοινή μεθοδολογική βάση.
Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει ξεχωριστά τον Εναρμονισμένο ΔΤΚ, ενώ η Eurostat χρησιμοποιεί τα στοιχεία αυτά για την ευρωπαϊκή σύγκριση.
Η Ελλάδα τον Ιούλιο σε σχέση με την ευρωζώνη
Σύμφωνα με τη Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη ήταν 2,9% τον Ιούλιο του 2026, από 2,8% τον Ιούνιο.
Ο αντίστοιχος εναρμονισμένος δείκτης στην Ελλάδα ήταν 2,7%.
Έναν μήνα νωρίτερα, τον Ιούνιο, ο ελληνικός εναρμονισμένος πληθωρισμός ήταν 3,9%.
Άρα μέσα σε έναν μήνα καταγράφηκε σημαντική αποκλιμάκωση.
Αυτό είναι θετικό ως προς την ταχύτητα με την οποία αυξάνονται οι τιμές.
Δεν διαγράφει όμως τις αυξήσεις που έχουν ήδη προηγηθεί.
Γιατί ο καταναλωτής μπορεί να αισθάνεται μεγαλύτερο πληθωρισμό;
Ο επίσημος πληθωρισμός είναι ένας μέσος όρος.
Το κάθε νοικοκυριό όμως έχει το δικό του προσωπικό «καλάθι» εξόδων.
Ένας άνθρωπος μπορεί να δαπανά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του σε:
- ενοίκιο,
- τρόφιμα,
- ηλεκτρικό ρεύμα,
- καύσιμα,
- μετακινήσεις.
Ένας άλλος μπορεί να έχει ιδιόκτητο σπίτι, να χρησιμοποιεί λιγότερο αυτοκίνητο και να ξοδεύει μεγαλύτερο ποσοστό σε άλλες υπηρεσίες.
Οι δύο άνθρωποι μπορεί να βιώνουν εντελώς διαφορετικά τον ίδιο επίσημο πληθωρισμό.
Τα βασικά αγαθά επηρεάζουν περισσότερο την αίσθηση της ακρίβειας
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος.
Κάποια προϊόντα αγοράζονται πολύ συχνά.
Ψωμί, γάλα, καφές, φρούτα, λαχανικά, καύσιμα και καθημερινές υπηρεσίες βρίσκονται συνεχώς μπροστά στον καταναλωτή.
Μια αύξηση σε ένα προϊόν που αγοράζεται τρεις φορές την εβδομάδα γίνεται πολύ περισσότερο αισθητή από μια πτώση τιμής σε ένα προϊόν που αγοράζεται μία φορά κάθε τρία χρόνια.
Έτσι η προσωπική εμπειρία της ακρίβειας μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τον γενικό δείκτη.
Οι παλιές αυξήσεις παραμένουν μέσα στην τιμή
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο.
Αν ένα προϊόν κόστιζε:
- 2,00 ευρώ πριν από αρκετά χρόνια,
- 2,20 ευρώ μετά από μια αύξηση 10%,
- 2,42 ευρώ μετά από άλλη αύξηση 10%,
η μελλοντική πτώση του πληθωρισμού στο 2% δεν το επαναφέρει στα 2 ευρώ.
Απλώς η επόμενη αύξηση είναι μικρότερη.
Αυτή η συσσώρευση προηγούμενων αυξήσεων εξηγεί γιατί η καθημερινή αίσθηση του κόστους ζωής μπορεί να παραμένει έντονη ακόμη και όταν οι επίσημοι δείκτες βελτιώνονται.
Για να βελτιωθεί πραγματικά η αγοραστική δύναμη χρειάζεται και εισόδημα
Για ένα νοικοκυριό δεν έχει σημασία μόνο πόσο αυξάνονται οι τιμές.
Σημασία έχει και το πόσο αυξάνεται το εισόδημα.
Αν οι τιμές αυξηθούν 3% και το καθαρό εισόδημα μείνει αμετάβλητο, η πραγματική αγοραστική δύναμη μειώνεται.
Αν όμως το εισόδημα αυξηθεί περισσότερο από τις τιμές, τότε μπορεί να υπάρξει πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.
Γι' αυτό η συζήτηση για την ακρίβεια δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον πληθωρισμό.
Πρέπει να περιλαμβάνει μισθούς, συντάξεις, φορολογία και πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Ο ρόλος της ενέργειας
Η ενέργεια παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας για τις τιμές.
Δεν επηρεάζει μόνο τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ή το καύσιμο του αυτοκινήτου.
Επηρεάζει επίσης:
- την παραγωγή τροφίμων,
- τη βιομηχανία,
- τη μεταφορά εμπορευμάτων,
- την ψύξη και αποθήκευση προϊόντων,
- τη λειτουργία επιχειρήσεων.
Επομένως μια διεθνής αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί σταδιακά να περάσει σε πολλές διαφορετικές τιμές.
Τι προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος;
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2025-2026 ότι οι νέες ενεργειακές πιέσεις είχαν ανακόψει την προηγούμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Η Τράπεζα προέβλεπε εναρμονισμένο πληθωρισμό περίπου 3,8% κατά μέσο όρο για το 2026, πριν από σταδιακή υποχώρηση στο 2,6% το 2027 και στο 2,3% το 2028.
Οι προβλέψεις φυσικά μπορούν να αλλάξουν, ιδιαίτερα όταν επηρεάζονται από διεθνείς τιμές ενέργειας και γεωπολιτικές εξελίξεις.
Και τι κάνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα;
Η βασική αποστολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών.
Ο μεσοπρόθεσμος στόχος της είναι πληθωρισμός περίπου 2%.
Όταν η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πολύ ισχυρές, μπορεί να αυξήσει τα επιτόκια.
Όταν ο πληθωρισμός βρίσκεται υπό έλεγχο και η οικονομία χρειάζεται στήριξη, μπορεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Τι έγινε με τα επιτόκια το καλοκαίρι του 2026;
Τον Ιούνιο του 2026 η ΕΚΤ αύξησε τα βασικά της επιτόκια κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες λόγω των νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Στις 23 Ιουλίου αποφάσισε να τα διατηρήσει αμετάβλητα.
Έτσι το επιτόκιο:
- διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παρέμεινε στο 2,25%,
- κύριων πράξεων αναχρηματοδότησης στο 2,40%,
- οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%.
Η επίσημη απόφαση είναι διαθέσιμη στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Πώς τα υψηλότερα επιτόκια μειώνουν τον πληθωρισμό;
Τα υψηλότερα επιτόκια κάνουν γενικά τον δανεισμό ακριβότερο.
Αυτό μπορεί να σημαίνει:
- ακριβότερα νέα στεγαστικά δάνεια,
- ακριβότερα επιχειρηματικά δάνεια,
- μικρότερη διάθεση για νέες επενδύσεις με δανεισμό,
- μικρότερη κατανάλωση που χρηματοδοτείται με πίστωση.
Όταν μειώνεται η συνολική ζήτηση, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να περνούν συνεχώς νέες αυξήσεις τιμών στους καταναλωτές.
Έτσι η νομισματική πολιτική μπορεί σταδιακά να περιορίσει τον πληθωρισμό.
Γιατί τα επιτόκια δεν ρίχνουν αμέσως τις τιμές;
Η επίδραση των επιτοκίων δεν είναι άμεση.
Χρειάζεται χρόνος μέχρι μια αλλαγή της ΕΚΤ να περάσει:
- στις τράπεζες,
- στα δάνεια,
- στην κατανάλωση,
- στις επενδύσεις,
- στην αγορά εργασίας,
- και τελικά στη διαμόρφωση των τιμών.
Η ΕΚΤ επομένως δεν έχει ένα κουμπί που πατά και μειώνει την τιμή του γάλακτος ή του ενοικίου την επόμενη ημέρα.
Και τα υψηλά επιτόκια έχουν κόστος
Η καταπολέμηση του πληθωρισμού μέσω υψηλότερων επιτοκίων δεν είναι δωρεάν.
Μπορεί να επιβαρύνει νοικοκυριά με κυμαινόμενα δάνεια, να δυσκολέψει τον νέο δανεισμό και να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα.
Γι' αυτό οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να βρουν ισορροπία.
Αν τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά ενώ οι τιμές τρέχουν, ο πληθωρισμός μπορεί να παγιωθεί.
Αν είναι υπερβολικά υψηλά για πολύ μεγάλο διάστημα, μπορεί να επιβαρυνθεί υπερβολικά η οικονομία.
Γιατί δεν είναι απαραίτητα επιθυμητή μια μεγάλη γενική πτώση τιμών;
Για τον καταναλωτή η φράση «να πέσουν όλες οι τιμές» ακούγεται αυτονόητα θετική.
Μια γενικευμένη και παρατεταμένη περίοδος αποπληθωρισμού όμως μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην οικονομία.
Αν όλοι περιμένουν ότι τα προϊόντα θα γίνουν φθηνότερα στο μέλλον, μπορεί να αναβάλλουν αγορές.
Οι επιχειρήσεις μπορεί τότε να μειώσουν επενδύσεις, παραγωγή και απασχόληση.
Επιπλέον, τα χρέη δεν μειώνονται αυτόματα όταν πέφτουν οι τιμές και τα εισοδήματα.
Γι' αυτό οι κεντρικές τράπεζες δεν επιδιώκουν μηδενικό ή αρνητικό πληθωρισμό, αλλά έναν χαμηλό και σχετικά σταθερό θετικό ρυθμό.
Τι θα έκανε πραγματικά τον καταναλωτή να αισθανθεί βελτίωση;
Δεν χρειάζεται απαραίτητα να μειωθεί δραματικά κάθε τιμή.
Η οικονομική πίεση σε ένα νοικοκυριό μπορεί να μειωθεί αν συνδυαστούν:
- χαμηλότερος και σταθερός πληθωρισμός,
- αύξηση πραγματικών εισοδημάτων,
- βελτίωση μισθών και συντάξεων σε σχέση με τις τιμές,
- χαμηλότερο ενεργειακό κόστος,
- μεγαλύτερος ανταγωνισμός στις αγορές,
- μικρότερη επιβάρυνση από τόκους και χρέη.
Τότε η αγοραστική δύναμη μπορεί να αρχίσει να ανακτά μέρος του εδάφους που χάθηκε στα χρόνια υψηλού πληθωρισμού.
Τι πρέπει να παρακολουθούμε τους επόμενους μήνες;
Υπάρχουν πέντε βασικοί δείκτες που μπορούν να δώσουν καλύτερη εικόνα για το πού κατευθύνεται το κόστος ζωής:
- τον μηνιαίο πληθωρισμό στην Ελλάδα,
- τις τιμές ενέργειας,
- τον πληθωρισμό τροφίμων και υπηρεσιών,
- τις αποφάσεις επιτοκίων της ΕΚΤ,
- την εξέλιξη μισθών και πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Ένας μόνο αριθμός δεν μπορεί να περιγράψει ολόκληρη την οικονομική πραγματικότητα ενός νοικοκυριού.
Τι μπορεί να κάνει πρακτικά ένα νοικοκυριό;
Ο καταναλωτής δεν μπορεί να επηρεάσει τον συνολικό πληθωρισμό, μπορεί όμως να περιορίσει μέρος της προσωπικής του επιβάρυνσης.
Χρήσιμες πρακτικές μπορεί να είναι:
- σύγκριση τιμής ανά κιλό ή λίτρο και όχι μόνο τελικής συσκευασίας,
- έλεγχος επαναλαμβανόμενων συνδρομών και υπηρεσιών,
- προγραμματισμός αγορών αντί για συχνές μικρές αγορές χωρίς λίστα,
- σύγκριση τιμολογίων ενέργειας και τηλεπικοινωνιών,
- αποφυγή ακριβού καταναλωτικού δανεισμού όταν δεν είναι απαραίτητος,
- παρακολούθηση του πραγματικού μηνιαίου κόστους του νοικοκυριού.
Η διαχείριση αυτή δεν εξαλείφει την ακρίβεια, αλλά βοηθά να γίνει πιο ορατό πού ακριβώς αυξάνεται το κόστος.
Ο προσωπικός πληθωρισμός μπορεί να είναι πολύ διαφορετικός
Ένας χρήσιμος τρόπος να κατανοήσει κάποιος την οικονομική του κατάσταση είναι να συγκρίνει τις ίδιες κατηγορίες εξόδων με έναν χρόνο πριν.
Για παράδειγμα:
- σούπερ μάρκετ,
- ενοίκιο ή στεγαστικό,
- ρεύμα,
- καύσιμα,
- τηλεφωνία,
- μετακινήσεις,
- υγεία,
- ασφάλειες.
Αυτός ο «προσωπικός πληθωρισμός» μπορεί να εξηγήσει γιατί ένα νοικοκυριό αισθάνεται πίεση ακόμη και όταν ο επίσημος δείκτης εμφανίζει αποκλιμάκωση.
Το συμπέρασμα
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού είναι θετική εξέλιξη, αλλά συχνά παρερμηνεύεται.
Όταν ο πληθωρισμός πέφτει από 5% σε 3%, οι τιμές δεν μειώνονται.
Απλώς αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα.
Και επειδή οι προηγούμενες αυξήσεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές, ο καταναλωτής εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο κόστους ζωής σε σχέση με μερικά χρόνια πριν.
Η πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας έρχεται όταν ο χαμηλότερος πληθωρισμός συνδυάζεται με πραγματική αύξηση εισοδημάτων και μεγαλύτερη σταθερότητα στις βασικές δαπάνες.
Γι' αυτό το σωστό ερώτημα δεν είναι μόνο «πέφτει ο πληθωρισμός;». Είναι: «αυξάνεται πλέον το εισόδημά μου γρηγορότερα από το κόστος ζωής;».
Πηγές και χρόνος ενημέρωσης
Το άρθρο ενημερώθηκε στις 26 Αυγούστου 2026 και βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος για τον πληθωρισμό, τις τιμές και τα επιτόκια.
Η άποψή σας έχει αξία
Μοιραστείτε τη γνώμη σας για το άρθρο και συμβάλετε σε έναν χρήσιμο, τεκμηριωμένο και πολιτισμένο διάλογο.
- Σεβασμός στους συνομιλητές
- Σχόλια σχετικά με το θέμα
- Χωρίς προσβολές ή προσωπικά δεδομένα

Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου