Κι όλο κι ανεβαίνουμε προς τον ναό του Απόλλωνα, οι κίονες του οποίου - όσοι παραμένουν ακόμα όρθιοι απέναντι στους θυελλώδεις αιώνες - μοιάζουν με πιόνια πάνω στη σκακιέρα της ανθρώπινης σκέψης. Ενας θα μπορούσε να γράφει «Γνώθι σαυτόν» (έχε αυτογνωσία), ένας άλλος «Μηδέν άγαν» (μην κάνεις τίποτε το υπερβολικό), κι ένας άλλος «μέτρον άριστον», κι άλλοι να εκφράζονται χρησιμοποιώντας άλλα αποφθέγματα της αρχαίας σοφίας.
Οι διαστάσεις του ναού είναι εντυπωσιακές, αλλά και το βάρος του. Οι ξαπλωμένες στη γη αρχαίες πέτρες διασώζουν τη μουσική μιας μακρόσυρτης εμπειρίας. Πρώτα η επικοινωνία των ανθρώπων γινόταν με τη Μητέρα Γη μέσω των αναθυμιάσεων κάποιου υπόγειου υδάτινου ρεύματος που έβγαιναν στην επιφάνεια από μια ρωγμή της στεριάς.
Οι άνθρωποι ακουμπούσαν το κεφάλι τους στη γη, τους έπαιρνε ο ύπνος και η Μεγάλη Μητέρα τούς μιλούσε στα όνειρά τους: «Πρώτα δοξάζω απ' τους θεούς στη δέησή μου/ την πρωτομάντισσα τη Γη· (…)» λέει ο Αισχύλος στις «Ευμενίδες».
Αλλά όσο κι αν οι εξάρσεις της στεριάς είναι επιβλητικές, το φως είναι παντοκράτωρ. Ετσι έγινε ο θεός του φωτός και της αρμονίας ο Απόλλωνας, κυρίαρχος εδώ. Σκότωσε τον Πύθωνα, τον γιο της Μεγάλης Μητέρας, και εγκαταστάθηκε εκείνος πάνω από την ιερή ρωγμή της γης, για να αποκαλύπτει εκείνος τα μελλούμενα στους θνητούς μέσω της Πυθίας και των ιερέων του.
Ετσι όλη η ιστορία του ελλαδικού χώρου πέρασε από εδώ, από τον τρίποδα, δίπλα στη ρωγμή που καθόταν η Πυθία μασουλώντας φύλλα δάφνης, και από τον ιερέα που κατέγραφε τις άναρθρες κραυγές της για να τις μετουσιώσει μαζί με τους άλλους ιερείς σε χρησμό. Από τον τόπο που θα διάλεγαν οι άνθρωποι της αρχαϊκής εποχής για να στήσουν την αποικία τους στην ξένη γη, μέχρι τα μεγάλα γεγονότα της κλασικής εποχής και των χρόνων των μεγάλων μακεδόνων βασιλέων.
Ολες οι πολιτικές εξελίξεις, τα ιστορικά επεισόδια, η ιδεολογία του ελληνικού χώρου, αποτυπώνονταν στα αρχιτεκτονήματα, στα γλυπτά, στα αγάλματα που αφιέρωναν οι ελληνικές πόλεις με κάθε ευκαιρία στον θεό που όχι μόνο γνώριζε τα μελλούμενα, αλλά τα αποκάλυπτε και στους θνητούς, γεγονός που τον έκανε τον πλέον σεβαστό απ' όλους.
Και πιο πάνω ήταν το θέατρο που κτίστηκε από τους βασιλείς του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου, τον 2ο αι. π.Χ., για την εκτέλεση μουσικών και θεατρικών αγώνων. Αυτή την επιτομή του ελληνικού πολιτισμού που συμβολίζουν οι Δελφοί είχε στον «αλαφροΐσκιωτο» νου του ο εξαιρετικός Αγγελος Σικελιανός (και η συμπαραστάτριά του Εύα Πάλμερ), όταν προσπάθησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα να ξαναθυμίσουν τη δελφική ιδέα με τις γιορτές σε αυτό το θέατρο:
«Στο νου των νέων Ελλήνων,
οπού λούζεται στο νέο
ρόδινο φως βαθιά,
παίζεται κάποια μίμηση
της πάλης του άνηβου Θεού,
του νέου Απόλλωνα,
όταν σκότωσε τον Πύθωνα…»
Ο άνθρωπος των Δελφών, όπως τον αποκαλεί ο Γιώργος Σεφέρης, είχε κάπου εδώ, κοντά στο στάδιο, το σπίτι του. Συναντήθηκαν κι εδώ οι δύο ποιητές και ίσως εδώ να πέρασαν πρώτη φορά από τον νου του Σεφέρη τέτοιες ιδέες: «Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν και πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά-σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε»…
Τόπος ξεχωριστός από τον άλλο κόσμο
Είναι αδύνατο να αφήσουμε κάτω τις «Δοκιμές» και να ξεφύγουμε από την περιγραφή του Γιώργου Σεφέρη των Δελφών, ερχόμενος από τη θάλασσα, από την Ιτέα:
«Πάνω στους Δελφούς, αφού περάσεις το χωριό, και σε φέρει ο δρόμος μπροστά στο τέμενος, έχεις το αίσθημα πως μπήκες σ' έναν τόπο ξεχωρισμένο από τον άλλο κόσμο. Είναι ένα αμφιθέατρο φωλιασμένο πάνω στα πρώτα σκαλοπάτια του Παρνασσού. Κατά την ανατολή και το βοριά, τον κλείνουν οι Φαιδριάδες: η Υάμπεια που κατεβαίνει σαν την πλώρη ενός μεγάλου καραβιού και κόβει τη λαγκαδιά· η βόρεια Ροδινή όπου ακουμπά σχεδόν το Στάδιο.
Κατά τη δύση ο βραχώδης τοίχος του Αϊ-Λια, και πιο πέρα τα βουνά της Λοκρίδας, η Γκιόνα, όπου βλέπεις τον ήλιο να βασιλεύει. Αν γυρίσεις τα μάτια κατά το Νοτιά, έχεις μπροστά σου τις ρωμαλέες γραμμές της Κίρφης και, στα πόδια της, τη λαγκαδιά του Πλειστού. Ο Πλειστός είναι ξερός το καλοκαίρι· βλέπεις να γυαλίζει στον ήλιο η στεγνή κοίτη του, όμως μια ροή από λιόδεντρα ξεχύνεται, θα 'λεγες, και πλημμυρίζει όλο τον κάμπο της Αμφισσας, ως το γιαλό, όπου τα πρωτοβλέπει ο θαλασσοπόρος. Πιο κοντά, είναι στιλπνές οι πέτρες των ερειπίων της Μαρμαριάς, όπου ξεχωρίζουν οι τρεις κολόνες του Θόλου. Πήγαινα να ξεχάσω την Κασταλία. Ωστόσο το νερό της έχει μιαν ευωδιά από θυμάρι».
Γιατί νιώθουμε εδώ μια τέτοια δόνηση;
«Συλλογίζομαι αυτά τα μεγάλα κύματα βυθού μέσα στο χρόνο, που μεταθέτουν τις έννοιες των λέξεων. Λ.χ. η έννοια της λέξης χρησμός, πού έχει πάει στον καιρό μας; Η λέξη έγινε ένα αρχαιολογικό αντικείμενο. Σύμφωνοι. Ομως η έννοιά της; Μήπως πήρε ανεπαίσθητα τούτη ή εκείνη την επιστημονική ή μαθηματική μορφή; Ποιος το ξέρει. Ωστόσο εκείνο που αισθάνεται κανείς είναι ότι, στο βάθος του σημερινού στοχασμού, κάτι πρέπει να μένει από εκείνες τις παλιές καταλυμένες εκφράσεις. Αλλιώς, πώς θα μπορούσαμε να νιώσουμε εδώ μια τέτοια δόνηση;»
Γιώργος Σεφέρης, «Δελφοί», στις «Δοκιμές» (Β' τόμος, εκδόσεις Ικαρος)
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου