Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
Οι ιερείς της αρχαιότητας θεωρούσαν, ότι το Θείον μπορούμε να το πλησιάσουμε μόνο μέσα από την έρευνα και την φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα, σε αντιδιαστολή φυσικά με το χριστιανικό «πίστευε και μη ερεύνα»:
«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς...»
Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.
Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία:...
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 164Ε).
Εξίσου αρνητική με την δεισιδαιμονία, είναι η αθεΐα. Τόσο οι δεισιδαίμονες όσο και οι άθεοι προσβάλλουν τους θεούς με την συμπεριφορά τους× διότι αμφότεροι έχουν εξαπατηθεί και εγκλωβιστεί στην πόλωση τους, υπερβαίνοντας την αρχή του «μέτρου άριστου»× έτσι διαταράσσουν την ισορροπία που διδάσκει η ιδεολογία του Ελληνισμού× ισορροπία μεταξύ ύλης και πνεύματος.:
«... η αθεΐα, αφ’ ενός, καθώς είναι λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μακάριο και άφθαρτο, φαίνεται να οδηγεί, με την έλλειψη πίστης στη θεότητα, σε κάποιου είδους έλλειψη αντίληψης, και καταλήγει με το να μην πιστεύει στους θεούς στο να μην τους φοβάται. Από την άλλη μεριά, η δεισιδαιμονία, όπως φανερώνει και το όνομα της, είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο άθεος είναι ακίνητος όσο αφορά τη θεότητα, ενώ ο δεισιδαίμων κινείται με τρόπο που δεν πρέπει, εκτρεπόμενος από το σωστό (...) Έτσι η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Β)
Μερικές αράδες παρακάτω, ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φόβο του αγνώστου τις δυνάμεις της φύσης:
«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Ε).
Ο Πλούταρχος, στο χριστιανικό δίλημμα «κόλαση ή παράδεισος» που κατατρέχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών» απαντά (αν και... αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάση των Ελληνικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών:
«Γιατί όμως μακρηγορούμε; «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής», αλλά όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας, τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα που δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθιές πύλες του Άδη, και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρομακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, που επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι, βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγει οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνει υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166F).
Σύμφωνα προς τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «Θεός τιμωρός», παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων:
«Για τον δεισιδαίμονα, όμως, κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και η κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πενθεί, δεν αφήνει να μπει ο φιλόσοφος που θα τον συμβουλεύσει και θα τον παρηγορήσει. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπε μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο καταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).
Ενάντια στην λαϊκή πίστη που θέλει τον Θεό τιμωρό, είχε καταφερθεί πριν τον Πλούταρχο, ο Πλάτων:
«Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέπει να αναζητάμε και όχι στο θεό»
(Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).
«Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από ’κείνους προέρχονται οι συμφορές τους»
(Πλάτων, «Αλκιβιάδης Α΄», 142d).
Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος:
«... μήτε να με αποπλανήσει το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοροβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς»
(Πρόκλος, «Ύμνος εις τας Μούσας»).
Ο Ευριπίδης, επίσης, έχει δριμύτατα καταφερθεί εναντίον της βασκανίας, μια μορφή δεισιδαιμονίας που σχετίζεται με την μαγεία:
«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό το βάσκανο άνθρωπο
και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή»
(Ευριπίδης, «Αποσπάσματα»).
Τέλος, ο Πλούταρχος μας προειδοποιεί, ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να μην καταλήξουμε στα άκρα. Δηλαδή στην δεισιδαιμονία και την αθεΐα. Κάτι τέτοιο θα το καταφέρουμε μόνο αν έχουμε ορθή γνώση του Θεού, κρατώντας σε ισορροπία στην κρίση μας την λογική με το συναίσθημα:
«... διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας τον βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»68. Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος...»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A).
Ο Ελληνισμός, ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικού περιεχομένου, είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Όχι φυσικά επειδή ο Θεός ή οι θεοί μοιάζουν των ανθρώπων αλλά επειδή ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του.
Γι’ αυτό και μέσα από τα αλληγορικά μηνύματα των Ελληνικών μύθων, δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση αστρονομικής γνώσης και όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ο Πλούταρχος:
«Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δικά μας ανθρώπινα πάθη ή να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά»
(Πλούταρχος, «Ερωτικός»).
Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Εκεί το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης. Ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σε αυτήν την «ελέω θεού μοναρχία», ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή, η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα ενός κοινού πολιτισμού. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας η χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυτικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα, την δίδαξε ο Ορφέας. Ο ίδιος το ομολογεί στους παρακάτω στίχους:
«Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τας ιεράς πόλεις του Άπιδος, τας οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, που χύνει πολλά νερά»
(Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 42-44).
«απεκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβυήν»
(Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 102-104).
Η αντίληψη των Ελλήνων περί του Θείου, όμως, ήταν προϊόν ελεύθερης σκέψης προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται μονάρχες και τυράννους. Η Αίγυπτος, όμως, δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθεί μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά:
«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380Α).
(Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Γ΄).
Οι Έλληνες, διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφέας, είχε διδάξει στους Αιγυπτίους ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρει από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών:
«Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος, έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς...»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379B).
Όταν ο Ηρόδοτος προσπάθησε να «μπερδέψει» τα πράγματα ανάμεσα στην Ελληνική αντίληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος ψευδώς ,ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω οργισμένη απάντηση από τον ιερέα και φιλόσοφο Πλούταρχο:
«Λέει πως οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών× το όνομα, μάλιστα, του Διονύσου, λέει, έμαθε από τους Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο οποίος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει πως οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, αλλά δεν θέλει να αναφέρει προς τιμήν τίνος θεού, διότι προσέχει τα λόγια του στα ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή, όμως, και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως αρχαίους θεούς, ενώ γι’ αυτούς που τιμούν οι Έλληνες λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους που γέρασαν, χωρίς να δείχνει πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως πως εκείνοι είναι θεοί, ενώ πως σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε καθαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυσίες, θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών»
(Πλούταρχος, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C).
Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφέας, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους:
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 375C&D).
Είναι ξεκάθαρο, ότι ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται ειδωλολατρία, φυσεοφοβία (Παγανισμό) και θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεωρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελληνική κοσμοθεωρία.
Η άποψή σας έχει αξία
Μοιραστείτε τη γνώμη σας για το άρθρο και συμβάλετε σε έναν χρήσιμο, τεκμηριωμένο και πολιτισμένο διάλογο.
- Σεβασμός στους συνομιλητές
- Σχόλια σχετικά με το θέμα
- Χωρίς προσβολές ή προσωπικά δεδομένα



Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου